Κείμενο του συγγραφέα Γ. Σιέττου

Πικέρμι Αττικής
Η Ακρόπολη της Παλαιοντολογίας

(απολιθωμένα σπονδυλωτά)

Ακολουθεί το άρθρο (Βλέπε και αριθμ. πρωτ. 1063/3-6-2003 έγγραφο Κοινότητας Πικερμίου και 16/9/29-1-1997 Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.) του Καθηγητή κ. Συμεωνίδη, Διευθυντή του Τομέα Στρωματογραφίας - Γεωγραφίας - Κλιματολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών:

Η περιοχή Πικερμίου Αττικής είναι περισσότερο σημαντική από όσον ίσως πιστεύει κανείς και τούτο διότι η περιοχή αυτή έχει γίνει παγκοσμίως γνωστή στους επιστημονικούς κύκλους λόγω της ανευρέσεως απολιθωμένων ζώων τα οποία αποτέλεσαν σταθμό για την παλαιοντολογία των σπονδυλωτών. Αν η Ελλάδα είναι γνωστή στους ξένους αρχαιολόγους για την Ακρόπολη, άλλο τόσο είναι γνωστή τους γεωεπιστήμονες για το Πικέρμι.

Επομένως μέσα στο υπέδαφος της Αττικής δεν υπάρχουν μόνο αρχαιολογικοί θησαυροί αλλά και κατά το παρελθόν και πρόσφατα έχουν βρεθεί παλαιοντολογικά ευρήματα με τεράστια επιστημονική σημασία. Αυτά δε τα ντοκουμέντα δεν υπάρχουν σε αρχαία κείμενα, αλλά υπάρχουν στο θαυμαστό αρχείο της φύσης. Μέσα στο αρχείο αυτό καρτέλες είναι τα διάφορα γεωλογικά στρώματα και λέξεις τα ζωτικά ή φυτικά λείψανα που είχαν διατηρηθεί σε αυτά κατά το παρελθόν σε μία μακρινή εποχή (στο Πικέρμι της Αττικής) δηλαδή πριν 7-8 εκατομμύρια χρόνια.

Σπουδαιότατες μαρτυρίες της ιστορίας αυτής είναι τα πολύτιμα για την επιστήμη Πικερμικά ευρήματα (απολιθωμένα ζώα) που κοσμούν τις βιτρίνες του Παλαιοντολογικού και Γεωλογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και πολλές βιτρίνες ξένων Μουσείων όπως του Βερολίνου, της Βιέννης, του Λονδίνου, του Μονάχου και των Παρισίων.

Το Πικέρμι δεν αφορά μόνο τους σημερινούς κατοίκους της Αττικής. Είναι γνωστό σε όλες τις χώρες της γης και υπάρχουν κείμενα στα οποία γίνεται αναφορά στο Πικέρμι. Υπάρχουν στις περισσότερες ξένες γλώσσες σε περισσότερες από τετρακόσιες δημοσιεύσεις. Για αυτό και το Παλαιοντολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών έχει προγραμματίσει να κάνει επί τόπου ένα Παλαιοντολογικό Μουσείο σχετικό με τα παλαιοντολογικά ευρήματα του Πικερμίου.

Πριν αναφερθούμε στα πικερμικά ζώα και στο ιστορικό των ανασκαφών, θα πρέπει να πούμε λίγα λόγια για την Παλαιογεωγραφία του Αιγαίου και τις περιοχές κατά των εποχών εκείνων.

Η Ελλάδα από την εποχή εκείνη κατά την οποία έζησαν τα ζώα αυτά στο Πικέρμι υπέστη πολλές εξωτερικές μεταβολές. Ο πλούσιος εκείνος ζωικός κόσμος που έζησαν στην Ελλάδα περίπου πριν 7 εκατομμύρια χρόνια είχε ανάγκη από ένα μεγαλύτερο χώρο. Χωρίς αμφιβολία ο χώρος εκείνος ήταν αυτός ο οποίος σήμερα συμπεριλαμβάνει το Αιγαίο Πέλαγος που ήταν ξηρά η οποία συνέδεε την Ευρώπη με την Ασία και τις Ινδίες.  Η Εύβοια ήταν ενωμένη με την υπόλοιπη Ελλάδα. Επίσης, η Κρήτη, τα Ιόνια νησιά κλπ. Επομένως, πρέπει να δεχτούμε ότι η Ελλάδα την εποχή εκείνη δεν ήταν μόνο μεγαλύτερη αλλά και η βλάστηση ήταν πλουσιότερη της σημερινής διότι ο πλούσιος ζωικός κόσμος προϋπέθετε αναγκαστικώς κατ’ αναλογία πλούσιο φυτικό κόσμο. Επίσης, το κλίμα ήταν διαφορετικό από ότι είναι σήμερα (ήταν θερμότερο κατά την εποχή εκείνη).

Όλα αυτά τα αποδεικνύουμε με τα απολιθώματα είτε φυσικά είτε ζωικά που βρίσκουμε στα διάφορα στρώματα της γης και όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η γη είναι ένα βιβλίο, οι σελίδες του βιβλίου είναι τα στρώματα της γης και τα γράμματα του βιβλίου είναι τα απολιθώματα.

Το ιστορικό των ανασκαφών στο Πικέρμι και η ανακάλυψη των απολιθωμάτων.

Η πρώτη ανακάλυψη έγινε από τον Άγγλο αρχαιολόγο G. Finlay, που πριν από ενάμιση και πλέον αιώνα το 1835 αναζητούσε στην περιοχή του Πικερμίου αρχαιότητες και βρήκε στο Μεγάλο Ρέμα στο Πικέρμι μερικά απολιθωμένα οστά χωρίς να δοθεί βαρύτητα και συνέχεια για την ανεύρεση αυτή.

Στη συνέχεια το ίδιο έτος, το 1835, κάποιος Βαυαρός στρατιώτης ο οποίος φαίνεται θα κυνηγούσε στην περιοχή, βρήκε στο Μεγάλο Ρέμα του Πικερμίου οστά ζώων στις κοιλότητες των οποίων υπήρχαν κρύσταλλοι από ανθρακικό ασβέστιο που έλαμπαν. Πιστεύοντας ότι είχε ανακαλύψει κάποιο μεγάλο θησαυρό από διαμάντια (διότι αυτοί οι κρύσταλλοι μοιάζανε σαν διαμάντια), επέστρεψε το 1838 στο Μόναχο και έδωσε τα οστά αυτά να τα εξετάσει ο τότε διαπρεπής Καθηγητής Α. Wagner.

Ο Καθηγητής διαπίστωσε ότι ένα από αυτά τα οστά ήταν απολιθωμένη γνάθος ενός πιθήκου που έζησε πριν πολλά εκατομμύρια χρόνια. Ο θησαυρός ήταν αυτό το εύρημα και όχι οι κρύσταλλοι του ανθρακικού ασβεστίου. Τα οστά του πιθήκου ήταν τα πρώτα αναμφισβήτητα απολιθώματα που είχαν βρεθεί μέχρι τότε και όπως ήταν φυσικό, ιδιαίτερα για την εποχή εκείνη, η ανακάλυψη αυτή προκάλεσε ζωηρό ενδιαφέρον. Τα αποτελέσματα της μελέτης του πρώτου υλικού από το Πικέρμι παρουσιάστηκαν από το Wagner στην Βαυαρική Ακαδημία.

Τα επόμενα χρόνια έγιναν πολλές ανασκαφές.

·               Το 1848 ο Dr. Lindermayer έστειλε στο Μόναχο μία σειρά από ευρήματα.

·               Το 1854 οι J. Roth και A. Wagner μελέτησαν το υλικό που είχε μεταφερθεί το χειμώνα του 1852-53 στο Μόναχο.

·               Το 1853 ο Καθηγητής Ηρακλής Μητσόπουλος πραγματοποίησε την πρώτη ελληνική ανασκαφή στο Πικέρμι.

·               Το 1855, το 1860 και το 1862 η Γαλλική ομάδα υπό τη διεύθυνση του Gaudry και Larter πραγματοποίησαν αξιόλογες ανασκαφές. Εν συνεχεία ο Gaudry δημοσίευσε την κλασική ογκώδη μονογραφία που περιγράφει την Πικερμική πανίδα.

·               Το 1882 η Ακαδημία του Βερολίνου έστειλε τον Δρ. W. Dames και έκανε ανασκαφές και το υλικό μεταφέρθηκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

·               Το 1885 έκαναν ανασκαφές οι Αυστριακοί Neumayer και Von Tausch για λογαριασμό της Ακαδημίας της Βιέννης.

·               Το 1888 ο πρίγκιπας της Ορλεάνης ως ιδιώτης συνέλλεξε στο Πικέρμι υλικό, όπως και το 1895 ο Γάλλος Michatet.

·               To 1901 πραγματοποίησαν ανασκαφές ο καθηγητής Θ. Σκούφος και ο A. Smith-Woodsward και το υλικό αυτό μεταφέρθηκε στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.

·               Από το 1901 – 1910 έγιναν διάφορες ανασκαφές από τον καθηγητή Θ. Σκούφο.

·               Το 1912 πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεγάλη ανασκαφή στην τυπική τοποθεσία (Μεγάλο Ρέμα Πικερμίου) από τον Καθηγητή O. Abel (το υλικό αυτό είναι κατατεθειμένο στο Παλαιοντολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Οι ανασκαφές στο Πικέρμι κατά τον περασμένο αιώνα είχαν και τα μελανά τους σημεία. Οι προσπάθειες τόσο των Κυβερνήσεων όσο και των Πανεπιστημιακών δασκάλων δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν ώστε ένας μεγάλος αριθμός Πικερμικού υλικού να φύγει από τον τόπο μας.

Η δεύτερη περίοδος των ανασκαφών άρχισε το 1971.

Ο δεύτερος κύκλος ανασκαφών δεν έγινε στην κλασική τοποθεσία (Μεγάλο Ρέμα) αλλά σε νέα θέση, στο Κισδάρι Πικερμίου, 3 χλμ. ανατολικά του Μεγάλου Ρέματος. Τις ανασκαφές αυτές πραγματοποίησε το Μουσείο Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό την εποπτεία του Καθηγητή Ν. Συμεωνίδη.

Σε αυτές τις νέες ανασκαφές στο Κισδάρι Πικερμίου, αποκαλύφτηκαν οστεοπαγείς ορίζοντες (δηλαδή αντι-μπλοκ από οστά, δόντια, κρανία κλπ διαφόρων ζώων), σε βάθος 4-5 μέτρων από την επιφάνεια. Είναι χαρακτηριστικό πως σε επιφάνεια 10 τ.μ. περιλαμβάνονταν περίπου 1200 τεμάχια οστών, κρανίων, οδόντων κλπ. Τη θέση αυτή των ανασκαφών την επισκέφτηκαν 400 περίπου σύνεδροι από όλο τον κόσμο του VII Διεθνούς Συνεδρίου του Νεογενούς, μεταξύ αυτών Ακαδημαϊκοί, Καθηγητές Πανεπιστημίων, Διευθυντές Μουσείων κλπ και επίσης η αποκάλυψη αυτή προβλήθηκε από όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ημερήσιο και περιοδικό τύπο, ραδιοτηλεοπτικά μέσα κλπ).

Η Πικερμική πανίδα (σύνθεση και ονόματα)

Μέχρι σήμερα έχουν περιγραφεί από διάφορες θέσεις του Πικερμίου περισσότερα από 40 διαφορετικά είδη, στα οποία περιλαμβάνονται και ορισμένα που οι ονομασίες τους θα τα συνδέουν πάντοτε με το Πεντελικό βουνό, την Αττική και γενικά την Ελλάδα ή με ερευνητές που ασχολήθηκαν με τα Πικερμικά απολιθώματα. Πολλά από τα ζώα που έζησαν πριν 6.5 – 7 εκατομμύρια χρόνια στην περιοχή του Πικερμίου είναι νέα είδη για την επιστήμη και τους δόθηκαν ονομασίες από τους ερευνητές που θυμίζουν άμεσα την Αττική ή την Ελλάδα όπως:

  • Mesopithecus pentelicus
  • Mastodon pentelici
  • Phocemus pentelici
  • Ancilotherium pentelici
  • Giraffe attica
  • Felis attica
  • Phiohyrax graecus κλπ.

Στην περιοχή του Πικερμίου έζησε μία πλουσιότατη πανίδα από χορτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα του κάμπου ή του δάσους.

Θα παρουσιάσουμε την πανίδα του Πικερμίου όσο πιο απλά γίνεται:

Τα σαρκοφάγα ζώα παρουσιάζονται με πολλούς αντιπροσώπους στην Πικερμική πανίδα. Έχουν βρεθεί οστά, κρανία, ακόμη και κοπρόλιθοι από τα σαρκοφάγα ζώα που περιέχουν θραύσματα από δόντια χορτοφάγων ζώων διότι η αδαμαντίνη των δοντιών δεν πέπτεται.

Οι μαχαιρόδοντες (το είδος Machairodus aphanistus) της Πικερμικής εποχής (αυτό το φοβερό σαρκοφάγο ζώο) είχαν τον οικολογικό ρόλο που έχουν σήμερα τα λιοντάρια στην Αφρική. Την ονομασία τους την οφείλουν στους ιδιαίτερα αναπτυγμένους κυνόδοντες της άνω γνάθου (20 εκ. περίπου). Οι κυνόδοντες αυτοί αποτελούν ένα θαυμάσιο εργαλείο για τη σύλληψη και τον τεμαχισμό των χορτοφάγων ζώων. Εκτός από τους μαχαιρόδοντες υπάρχουν και άλλα σαρκοφάγα που βρέθηκαν στο Πικέρμι, τα είδη metailurus και felis attica, είναι αιλουροειδή μεσαίων διαστάσεων με κυνόδοντες πιο μικρούς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι Πικερμικές ύαινες. Η παρουσία τους πρέπει να ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη και εξέλιξη της πανίδας. Αυτές διακρίνονται για τα πολύ ισχυρά δόντια τους. Πολλά από τα χορτοφάγα ζώα (τα οστά τους) φέρουν ίχνη από δαγκώματα των υαινών. Από τις ύαινες έχουν βρεθεί και απολιθωμένα περιττώματα δηλαδή κοπρόλιθοι είδη cromta eximia). Επίσης, στα σαρκοφάγα του Πικερμίου είναι και αρισμένα είδη που τοποθετούνται στην ίδια οικογένεια με τις σημερινές αρκούδες όπως π.χ. το είδος Indarctus atticus, simocuos diaphorus κλπ

Από τα χορτοφάγα ζώα (τα Αρτιοδάκτυλα) υπάρχουν πολυάριθμες οικογένειες στην Πικερμική πανίδα.

Οικογένεια των χοίρων (το είδος microstonyx major, πολύ μεγαλύτερος χοίρος από τους σημερινούς).

Ελάφια: τα είδη Phocumus pentellici, cervus pentelici

Καμηλοπαρδάλεις: camelopardalis attica, helladatherium, palaeotragus

Ενδιαφέροντα είναι επίσης και τα Προβοσκιδωτά (πρόγονοι των σημερινών ελεφάντων) που βρέθηκαν στην Πικερμική πανίδα καθώς και τα Δεινοθήρια που είχαν ύψος 4μ. και είχαν στην κάτω γνάθο δύο κοπτήρες που κάμπτονταν έντονα προς τα κάτω και χρησίμευαν για το ξερίζωμα των ριζών. Το είδος ονομάζεται deinotherium giganteum.

Επίσης, βρέθηκαν και Μαστόδοντες, προγονικές μορφές των Προβοσκιδωτών και το είδος ονομάστηκε mastodon pentelici.

Στον εκτεταμένο κατάλογο της Πικερμικής πανίδας αναφέρονται και ρινόκεροι, τα είδη: dicerorhinus picermiensis και pliodiceros pachygnathus είναι συγγενής του αφρικανικού ρινόκερου με το διπλό κέρας.

Επίσης, ευρέθησαν χαλικοθήρια: το είδος χαλικοθήριο το χρυσοπόδαρο ήταν ένα μεγάλο δασόβιο ζώο που σήμερα δεν έχει αφήσει απογόνους. Είχε μέγεθος ρινόκερου. Τα χαλικοθήρια ήταν ζώα προσαρμοσμένα σε μία διατροφή από φύλλα και όχι χόρτα. Τα φύλλα φανερώνουν περιβάλλον δάσους.

Βρέθηκε και ένα άλλο ζώο συγγενές προς το χαλικοθήριο που το ονόμασαν ancylotherium pentelicum, ήταν μεγαλόσωμο άτομο και τύπος στεπώδης και ενδημικό στοιχείο της Πικερμικής πανίδας. Και τα δύο προαναφερθέντα ζώα είχαν γαμψοειδείς οπλές.

Επίσης, βρέθηκαν σε πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων από άλογα (το λεγόμενο ιππάριο). Τα ιππάρια ήταν τριδάκτυλοι ίπποι και πρέπει να ζούσαν σε μεγάλες αγέλες και να επικρατούσαν αριθμητικώς της Πικερμικής πανίδας. Τα άλογα αυτά είχαν μέγεθος όπως το σημερινό zebra και ήταν πρόγονοι του σημερινού ίππου.

Προχωρώντας και εκτυλίσσοντας περαιτέρω την εικόνα του πλούσιου αυτού ζωικού κόσμου στο Πικέρμι της Αττικής θα αναφέρουμε και άλλους αντιπροσώπους.

Βρέθηκαν πλήθος δορκάδων (ζαρκάδια), αντιλόπες (gazelle brevicomis) που ζούσαν σε μεγάλες αγέλες στις λοφώδεις και πεδινές εκτάσεις της Αττικής κατά την Πικερμική περίοδο.

Επίσης, βρέθηκαν στρουθοκάμηλοι (το είδος struthio karatheodoris) καθώς και άλλα πτηνά (cironia, phasianus, phogrus).

Επίσης, υρακοειδή (το είδος phohyrax graccus) πρόκειται για πολύ ευμεγέθη ζώα, είναι μέχρι σήμερα γνωστά μόνο από τον Ελλαδικό χώρο (Πικέρμι, Σάμος, Αλμυροπόταμος) δεν άφησε απογόνους.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί το πλέον ενδιαφέρον άτομο της πανίδας του Πικερμίου, ο Μεσοπίθηκος ο Πεντελικός (mesopithecus pentelicus), μακρόουρος πίθηκος ενδυμίζων της σημερινής μακάκους των Ινδιών. Ευρήματα απολιθωμένων πιθήκων είναι συνήθως σπάνια στην Παλαιοντολογία και η ανεύρεσή τους προκαλεί τεράστιο επιστημονικό ενδιαφέρον.

Τα ερπετά παρουσιάζονται στην Πικερμική πανίδα με έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα αντιπρόσωπο. Το είδος Testudo schaferi είναι μία μεγάλη χελώνα (γιγαντιαία) η οποία έχει μέγεθος περίπου 3 μ. και η οποία είναι η μεγαλύτερη χερσαία χελώνα που έζησε στο Ευρωπαϊκό έδαφος αν όχι σε όλο τον κόσμο.

Επίσης, βρέθηκαν και δύο είδη μικρότερων χελωνών (testudo marmorum κλπ). Αυτή η μεγάλη χελώνα βρέθηκε και στη νήσο Σάμο, βρέθηκαν κρανία και τμήματα του καλύμματός της. Αναφέρεται επίσης στο Πικέρμι και παρουσία φιδιών.  Αυτά εν ολίγοις για τα απολιθωμένα ζώα του Πικερμίου, υπάρχουν βέβαια και άλλα είδη όπως μικροθηλαστικά κλπ.

Θα ήταν σκόπιμο ακόμη να πούμε λίγα λόγια για το πώς δημιουργήθηκαν τα απολιθωμένα κοιτάσματα οστών του Πικερμίου.

Εδώ τα απολιθωμένα οστά των ζώων ανευρέθηκαν κατά μάζα, κατά φακούς ή κατά πάγκους και είναι μία θανατοκοινωνία. Όταν κανείς στέκεται προ ενός τέτοιου κοιτάσματος απολιθωμένων οστών στο Πικέρμι, του τίθεται το ερώτημα πως συγκεντρώθηκαν τόσα πολλά απολιθωμένα οστά σε μικρούς χώρους, δηλαδή πολύ πλησίον το ένα με το άλλο, ή το ένα εντός του άλλου και επίσης κανείς βλέπει ζώα προερχόμενα από διάφορους βιότοπους π.χ. κάτοικοι των δασών και της στέπας, επίσης σαρκοφάγα μαζί με χορτοφάγα.

Το φαινόμενο αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διατυπωθούν διάφορες θεωρίες:

  1. Πυρκαγιές στις τότε στέπες προκάλεσαν πανικό στα ζώα τα οποία έπεσαν (ή κατακρημνίσθηκαν) στις χαράδρες της τότε εποχής και φονευθήκαν. Αλλά αυτό δεν ισχύει διότι η χαράδρα που σήμερα βρέθηκαν αυτά τα ζώα (Μεγάλο Ρέμα) είναι δημιούργημα της μετέπειτα εποχής που έζησαν τα ζώα αυτά. Δηλαδή είναι δημιούργημα της διάβρωσης του χειμάρρου που ρέει σήμερα.
  2. Τραπεζαρίες σαρκοφάγων ζώων σε θέσεις που έρχονταν να ξεδιψάσουν τα ζώα κλπ (δηλαδή τα φυτοφάγα θηλαστικά κατέβαιναν κατά αγέλες για να ξεδιψάσουν κλπ).
  3. Η πλέον όμως μεγαλύτερη πιθανότητα (για την έξοχη εντυπωσιακή συσσώρευση των λειψάνων των απολιθωμένων σπονδυλωτών) είναι ότι οφείλεται στο θάνατο των ζώων από ξηρασία (δηλαδή έλλειψη νερού).

Γνωρίζουμε και σήμερα ακόμη, σε διάφορα μέρη της γης περιοδικά ότι εμφανίζονται εποχές ανομβρίας και ξηρασίας, οι οποίες οδηγούν σε μαζικούς θανάτους των ζώων.

Τέτοιες καταστροφές πιθανόν να έλαβαν χώρα και κατά την εποχή εκείνη και τότε όταν οι πηγές, τα ρυάκια και οι λίμνες αποξηραίνονται τότε όλα τα ζώα συγκεντρώνονται στις τελευταίες εστίες ύδατος. Ζώα με μεγάλες ανάγκες σε νερό έπεσαν πρώτα θύματα της ξηρασίας. Στους τόπους αυτούς τα εξαντλημένα ζώα γίνονται βορά των αρπακτικών ζώων, κυρίως των υαινών, των οποίων οι απαιτήσεις σε ύδωρ καλύπτονται επί μακρού στην τροφή τους, θραύουν τους σκελετούς και αφήνουν τα ίχνη τους επί των οστών, τα οποία συναντάμε πολύ συχνά στην Πικερμική πανίδα. Όταν όμως τελείως εξαφανίζεται το ύδωρ τότε ακολουθεί ο θάνατος όλων των ζώων.

Στις τελευταίες εστίες ύδατος βρίσκονται ζώα προερχόμενα από διάφορους βιότοπους και έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την κοινή παρουσία σε αυτή τη νεκρή συγκέντρωση ετερόκλιτων ζώων. Σε ένα τέτοιο μαζικό θάνατο οφείλεται η γένεση των οστεοπαγών θέσεων στην περιοχή του Πικερμίου. Είναι μία θανατοκοινωνία, δηλαδή ομαδικός θάνατος των ζώων από κάποια αιτία σε ένα ορισμένο τόπο.

Είναι χαρακτηριστικό της επιστημονικής σημασίας του Πικερμίου ότι έχει καθιερωθεί διεθνώς ο όρος «Πικερμική βαθμίδα» σαν ειδική περίοδος χρονοστρωματογραφικής υποδιαίρεσης του παρελθόντος της γης και με τον τρόπο αυτό αναφέρεται σε όλα τα διδακτικά εγχειρίδια σε παγκόσμια κλίμακα.

Πρόταση για την προστασία του Παλαιοντολογικού Θησαυρού (μνημείου και φύσης)

Στην περιοχή Κισδάρι Πικερμίου που άλλοτε καλυπτόταν από αμπελώνες, δημιουργούνται σήμερα βιομηχανίες και κτίζονται συνέχεια οικοδομές. Η πραγματικότητα αυτή θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνιση κάθε ίχνους από τον παλαιοντολογικό χώρο τον οποίο αποκάλεσαν οι επιστήμονες «Ακρόπολη της Παλαιοντολογίας».

Το Μουσείο της Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναλογιζόμενο την ιστορική του ευθύνη τόσο απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου όσο και απέναντι στο διεθνή επιστημονικό χώρο, είχε αποφασίσει τη δημιουργία ενός τοπικού Παλαιοντολογικού Μουσείου σε χώρο του Πικερμίου.

Το Υπουργείο Πολιτισμού για λόγους αναγκαίας διατήρησης, προστασίας και προβολής του μοναδικού παλαιοντολογικού θησαυρού του Πικερμίου, κήρυξε την ευρύτερη περιοχή σε τόπο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και ως φυσικό μνημείο με την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/αρχ./Α1/Φ02/59935/1894/1983 (ΦΕΚ 44 Β/1984) Υπουργική απόφαση και απαγόρευσε σε μεγάλες εκτάσεις την οικοδόμηση και ιδίως στις νέες ανασκαφές στη θέση Κισδάρι.

Έκτοτε πέρασαν περίπου είκοσι πέντε χρόνια και ακόμη δεν έχει γίνει εκ μέρους της Πολιτείας καμία κίνηση για τη δημιουργία του Παλαιοντολογικού Μουσείου.

Για να αποφευχθεί η χρονοβόρα διαδικασία της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με το Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153 Α), αναγκαίου χώρου πέντε στρεμμάτων της ιδιοκτησίας Τζιλάβη όπου βρίσκεται ο παλαιοντολογικός θησαυρός, η Κοινότητα Πικερμίου πρότεινε αρμοδίως τις παρακάτω λύσεις:

  1. Το Ελληνικό Δημόσιο διαθέτοντας χρήματα από το Γ’ ΚΠΣ να προβεί στην απευθείας εξαγορά της παραπάνω έκτασης των πέντε στρεμμάτων (σημειωτέον ότι κατά πληροφορίες μας ο ιδιοκτήτης της έκτασης κ. Β. Τζιλάβης, ζητεί το χρηματικό ποσό των 117.388,00 ΕΥΡΩ ανά στρέμμα) και εν συνεχεία στην ανέγερση και κατασκευή του Μουσείου με τη συνεργασία των αρμοδίων φορέων του Υπουργείου Πολιτισμού, της Κοινότητας Πικερμίου και του Πανεπιστημίου Αθηνών ή
  2. Το Ελληνικό Δημόσιο να επιχορηγήσει την Κοινότητα Πικερμίου από πόρους του Γ’ ΚΠΣ με το συνολικό ποσό των 586.940,00 ΕΥΡΩ πλέον των εξόδων, να προβεί η Κοινότητα στην απευθείας εξαγορά της έκτασης των πέντε στρεμμάτων από τον ιδιοκτήτη του ως άνω αρχαιολογικού χώρου και εν συνεχεία με νεότερη επιχορήγηση από το Γ’ ΚΠΣ με τη μέριμνα της Κοινότητας και με τη συνεργασία των παραπάνω αρμόδιων φορέων του Υπουργείου Πολιτισμού και του Πανεπιστημίου Αθηνών, να προβούμε άμεσα στην ανέγερση και αποπεράτωση του Παλαιοντολογικού Μουσείου, όπου θα εκτεθούν τα εξαιρετικής ιστορικής σημασίας παλαιοντολογικά ευρήματα.

Από όλα όσα προαναφέρθηκαν, αντιλαμβάνεται κανείς την αγωνία των κατοίκων της Κοινότητας και την πίστη να διατηρήσουνε και να διαφυλάξουνε το μνημείο αυτό της φύσης δημιουργώντας ένα τοπικό αλλά τεράστιας ιστορικής και επιστημονικής σημασίας Μουσείο.  Σε διαφορετική περίπτωση θα βρεθούμε υπόλογοι όχι μόνο σαν άτομα αλλά και σαν φορείς απέναντι στο διεθνή επιστημονικό και πολιτιστικό χώρο, αλλά και το κυριότερο απέναντι στη συνείδησή μας σαν Έλληνες. Αυτά έγραφε ο καθηγητής Συμεωνίδης.

Όμως, παρόλο που στο παρελθόν το Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε προχωρήσει στην εκπόνηση προκαταρκτικής μελέτης ημι-υπαίθριου Μουσείου στη θέση "Κισδάρι" η οποία θα στέγαζε τα αποκαλυφθέντα απολιθώματα στο χώρο που βρέθηκαν καθώς και συντηρημένα ευρήματα από τις παλαιότερες ανασκαφικές έρευνες στην περιοχή, δεν έγινε απολύτως τίποτε γιατί ο χώρος βρίσκεται σε ιδιόκτητη έκταση η οποία δεν έγινε δυνατόν μέχρι σήμερα να απαλλοτριωθεί.

Επισημαίνεται ότι ο χώρος της ανασκαφής, αν και προστατευμένος αφού έχει κυρηχθεί με την αριθμ. ΥΠΠΟ/αρχ./Α1/Φ02/59935/1984/83 (ΦΕΚ 44Β / 84) απόφαση Υπουργού, μνημείο της φύσης, παραμένει αφύλακτος και έχει κατακλυσθεί από μπάζα και σκουπίδια, που και το τοπίο αλλοιώνουν και τη στρωματογραφία της περιοχής, προκαλώντας ανυπολόγιστη ζημιά στην επιστημονική έρευνα.

Ανάλογες επισημάνσεις κάνει και η Εφορία Παλαιοανθρωπολογίας Σπηλαιολογίας, που στις 27-9-2000 διενέργησε σχετική αυτοψία στη θέση Πικέρμι:

"Σήμερα γινόμαστε παρατηρητές της καταστροφής που εξελίσσεται στο φυσικό αυτό μνημείο, η οποία με γοργούς ρυθμούς τον μετατρέπει σε χώρο απόθεσης μπαζών και απορριμμάτων. Συγκεκριμένα στο χώρο γύρω από την ανασκαφή ο οποίος είναι 80 τ.μ. και ειδικότερα στα αριστερά, το φυσικό πρανές έχει καλυφθεί πλήρως από μπάζα. Λίγα μέτρα πριν τον ανασκαφικό χώρο συναντάμε μπάζα από σπασμένα τούβλα και μάρμαρα. Μετά τον ανασκαφικό χώρο υπάρχει ένας εγκαταλελειμμένος εκσκαφέας, ενώ μέσα στον ανασκαφικό χώρο συναντάμε διάφορα σκουπίδια. Οι δρόμοι από τους οποίους παλιά γινόταν η προσέγγιση του χώρου τώρα έχουν μπαζωθεί. Προχωρώντας προς το εσωτερικό της λεκάνης βλέπει κανείς εύκολα τους σωρούς των μπαζών και απορριμμάτων να την κατακλύζουν από όλες τις πλευρές, τα φυσικά πρανή έχουν μπαζωθεί ή τείνουν να καλυφθούν ολοκληρωτικά. Παρατηρούμε λοιπόν την κάλυψη της περιοχής από διαχρονικές και διαδοχικές αποθέσεις μπαζών σε μεγάλη κλίμακα.

Η αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος είναι εμφανής και τεράστια".

Λειτουργεί μόνιμη Έκθεση των Παλαιοντολογικών Θησαυρών του Πικερμίου

Η έκθεση στεγάζεται λίγο πιο έξω από την Αττική, στην κοινότητα Πικερμίου και αποτελεί το αποτέλεσμα τριετούς συνεργασίας του καθηγητού Γεωργίου Θεοδώρου, διευθυντού του Μουσείου Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με την Κοινότητα Πικερμίου, ενώ από το 2010 η συνεργασία επεκτάθηκε και με τη Νομαρχία Αθηνών. Η ανάδειξη των σημαντικών παλαιοντολογικών ευρημάτων που άρχισαν να ανακαλύπτονται από το 1838 και συνετάραξαν τις γεωεπιστήμες παγκοσμίως και ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας της έκθεσης, με κείμενα, χάρτες, φωτογραφίες των ανασκαφών και αναπαραστάσεις των ζώων στο φυσικό μέγεθος, συμβάλλουν στην κατανόηση του παλαιοπεριβάλλοντος, αλλά και στην ανάγκη προστασίας της φυσικής μας κληρονομιάς. Γιγαντιαία δεινοθήρια, μαχαιρόδοντες και άλλα αιλουροειδή, πικερμικές ύαινες, ιππάρια, γαζέλες, αντιλόπες, ρινόκεροι, χοίροι, ελάφια, καμηλοπαρδάλεις, γιγαντιαίες και μικρόσωμες χελώνες, πτηνά όπως φασιανοί και στρουθοκάμηλοι, είναι μερικά από τα απολιθωμένα ζώα, των οποίων οστά, κρανία, γνάθοι, δόντια κ.ά., έχουν βρεθεί στη Γη του Πικερμίου. Το υλικό που παρουσιάζεται στην έκθεση είναι πρωτότυπο, ενώ εκτίθενται και ορισμένα εκμαγεία που είχαν κατασκευαστεί από το ΤΕΙ Αθηνών. Πρόκειται για την “Πικερμική πανίδα”, όπως την ονομάζουν οι Παλαιοντολόγοι, σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν έχει βρεθεί. Πάνω από 50 είδη ζώων ζούσαν στο Πικέρμι, στο ανώτερο Μειόκαινο, εκείνη την εποχή δηλαδή που υπήρχε μια ανοικτή έκταση με δένδρα, θάμνους και λίμνες που θύμιζε πολύ σημερινό Αφρικανικό τοπίο. Εκτός από τα απολιθώματα σπονδυλοζώων της Πικερμικής πανίδας, στην έκθεση παρουσιάζονται ενδεικτικά, απολιθώματα οργανισμών που έζησαν στον Ελλαδικό χώρο τα τελευταία 500 εκατομμύρια χρόνια, τα οποία μας δίνουν πληροφορίες για σημαντικές κλιματικές αλλαγές καθώς και επαναλαμβανόμενες μεταβολές της στάθμης της θάλασσας. Ακόμη παρουσιάζονται πετρώματα και ορυκτά της Αττικής, δίνοντας στον επισκέπτη στοιχεία για το ευρύτερο γεωλογικό πλαίσιο της περιοχής. Τέλος, παρουσιάζονται θέματα που αφορούν στη βιοποικιλότητα, στην προστασία και στην ανάδειξη του περιβάλλοντος της περιοχής. Η δημιουργία της έκθεσης συνδέεται με το έτος Βιοποικιλότητας 2010 και συμπίπτει με τα 40 χρόνια λειτουργίας του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος. Η έκθεση αποτελεί ένα ταξίδι στο γεωλογικό χρόνο με μάρτυρες τα απολιθώματα.

Η Είσοδος είναι Ελεύθερη